Την ημέρα που η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Έδεσσας πανηγυρίζει, στο επίκεντρο της δημοσιότητας βρίσκεται όχι η θρησκευτική της εορτή, αλλά η απόφαση της αδελφότητας να μην επιτρέψει την είσοδο στη Μονή σε βουλευτές που ψήφισαν υπέρ του νόμου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Η σχετική ανακοίνωση επικαλείται τη συνείδηση των μοναχών και τη θεολογική τους αντίληψη περί ομοφυλοφιλίας, υποστηρίζοντας ότι όσοι στήριξαν τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί στον χώρο της Μονής. Πρόκειται για μια απόφαση που, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό της υπόβαθρο, προκαλεί εύλογο δημόσιο προβληματισμό.
Η Εκκλησία έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει τη διαφωνία της με πολιτικές επιλογές και νομοθετικές ρυθμίσεις που θεωρεί ότι συγκρούονται με τη διδασκαλία της. Ωστόσο, η μετάβαση από τη διατύπωση μιας θέσης στην πρακτική του αποκλεισμού δημιουργεί ένα διαφορετικό ζήτημα. Στην ουσία, η Μονή θέτει ως κριτήριο εισόδου μια κοινοβουλευτική ψήφο, δηλαδή μια πολιτική πράξη που ασκήθηκε στο πλαίσιο της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους.
Πολλοί κάνουν λόγο για ένα ιδιότυπο «face control» με πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Δεν εξετάζεται η συμπεριφορά των προσώπων ούτε η σχέση τους με τον συγκεκριμένο χώρο λατρείας. Η πρόσβαση φαίνεται να εξαρτάται αποκλειστικά από τη στάση που κράτησαν σε μια συγκεκριμένη ψηφοφορία της Βουλής.
Αυτό είναι και το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη συζήτηση. Ένας χώρος λατρείας, ιδιαίτερα μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, συνδέεται ιστορικά με την έννοια της ανοιχτής πρόσκλησης προς τον άνθρωπο, ακόμη και όταν υπάρχει βαθιά διαφωνία με τις επιλογές ή τις απόψεις του. Όταν η διαφωνία οδηγεί σε αποκλεισμό, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας Εκκλησίας που επιλέγει να οριοθετήσει ποιος είναι αποδεκτός και ποιος όχι, με βάση πολιτικά κριτήρια.
Η απόφαση της Μονής ασφαλώς θα βρει υποστηρικτές μεταξύ όσων θεωρούν ότι η Εκκλησία οφείλει να υπερασπίζεται με απόλυτη συνέπεια τις θέσεις της. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι πιθανό να ενισχύσει την αίσθηση ότι ο δημόσιος διάλογος γύρω από τόσο ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα απομακρύνεται από τη συνεννόηση και οδηγείται σε λογικές διαχωρισμού.
Σε μια περίοδο όπου η ελληνική κοινωνία αναζητά τρόπους συνύπαρξης μέσα στις διαφωνίες της, η επιλογή του αποκλεισμού δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί γέφυρα επικοινωνίας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η απόφαση της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Έδεσσας: αν η διαφωνία μπορεί να εκφραστεί χωρίς να μετατρέπεται σε απαγόρευση εισόδου για όσους σκέφτονται διαφορετικά.
Σε διαφορετική γραμμή η κεφαλή της τοπικής εκκλησίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έρχεται σε αντίθεση με τη στάση που έχει επιδείξει διαχρονικά η ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ, παρά τις σαφείς και γνωστές θέσεις του σε ζητήματα που αφορούν την οικογένεια και τη χριστιανική διδασκαλία, έχει επιλέξει όλα αυτά τα χρόνια έναν περισσότερο ποιμαντικό και πνευματικό λόγο, αποφεύγοντας δημόσιες πρακτικές αποκλεισμού ή διαχωρισμού προσώπων με βάση πολιτικές αποφάσεις ή κοινοβουλευτικές ψήφους.
Η στάση αυτή αναδεικνύει ότι η διαφωνία με μια νομοθετική επιλογή μπορεί να εκφραστεί χωρίς να συνοδεύεται από μέτρα αποκλεισμού. Γι’ αυτό και η απόφαση της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Έδεσσας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση, καθώς φαίνεται να ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που έχει καλλιεργηθεί επί χρόνια σε επίπεδο τοπικής εκκλησιαστικής ηγεσίας.
Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν αφορά το δικαίωμα της Εκκλησίας να διατυπώνει τις θέσεις της, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτές εκφράζονται απέναντι σε ανθρώπους με τους οποίους υπάρχει διαφωνία. Και στο σημείο αυτό, η επιλογή του διαλόγου και της πνευματικής καθοδήγησης, αντί του αποκλεισμού, αποτελεί για πολλούς πιστούς και παρατηρητές ένα διαφορετικό εκκλησιαστικό παράδειγμα.








