Η Βουλευτής Πέλλας κ. Θεοδώρα Τζάκρη, στην τοποθέτησή της στην Ολομέλεια της Βουλής επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης: περισσότερες δυνατότητες για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, διεύρυνση των επιλογών συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης», τόνισε ότι η συχνή αλλαγή της νομοθεσίας (μόλις τρία χρόνια μετά τον ν. 5078/2023) προκαλεί κανονιστική αστάθεια και αβεβαιότητα για τα ΤΕΑ, τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους. Ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη για συμπληρωματική συνταξιοδοτική προστασία τίθεται το ουσιαστικό ερώτημα ποιοι εργαζόμενοι έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να την αποκτήσουν και ποιοι θα ωφεληθούν από τη δημιουργία της νέας αγοράς.
Η κ. Τζακρη παρουσίασε τη σημερινή εικόνα του δεύτερου πυλώνα με 27 ΤΕΑ, περίπου 55.000 μέλη και ενεργητικό περίπου 580 εκ. €, αποδίδοντας την περιορισμένη συμμετοχή κυρίως στην οικονομική αδυναμία εργαζομένων και μικρών επιχειρήσεων να καταβάλουν πρόσθετες εισφορές, καθώς και στο χαμηλό επίπεδο αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών. Παράλληλα, επισήμανε το κόστος λειτουργίας και εποπτείας των ΤΕΑ.
Υποστήριξε ότι η «δεύτερη σύνταξη» μπορεί να αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τους χαμηλόμισθους, ενώ τα φορολογικά κίνητρα ευνοούν περισσότερο όσους έχουν υψηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης. Αναφέρθηκε στη φορολόγηση του εφάπαξ, στον κίνδυνο δημιουργίας ανισοτήτων μεταξύ όσων μπορούν να αποκτήσουν πρόσθετη σύνταξη, στο ότι οι παροχές των επαγγελματικών ταμείων δεν είναι εγγυημένες και στον επενδυτικό κίνδυνο που μεταφέρεται στον εργαζόμενο. Αμφισβήτησε τη σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες της ΕΕ όπως η Δανία και η Ολλανδία, υποστηρίζοντας ότι εκεί ο δεύτερος πυλώνας στηρίζεται σε ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, σημαντική εργοδοτική συμμετοχή και αυστηρό δημόσιο έλεγχο, κάτι που δεν ισχύει στην ελληνική πραγματικότητα.
Κλείνοντας, σημείωσε ότι η ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα προϋποθέτει ένα δυνατό πρώτο δημόσιο πυλώνα, που προϋποθέτει περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και παράλληλα, να αντιμετωπιστούν τέσσερα σοβαρά προβλήματα: η αδήλωτη εργασία, η υποδήλωση μισθών, η εικονική μερική απασχόληση και η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.










