Το τελευταίο ξέσπασμα του Άδωνι Γεωργιάδη απέναντι σε δημοσιογράφους δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη εξαίρεση. Αντίθετα, έρχεται να προστεθεί σε μια γενικότερη δημόσια εικόνα που ο ίδιος έχει καλλιεργήσει εδώ και χρόνια: την εικόνα ενός πολιτικού που δυσκολεύεται να δεχθεί την κριτική όταν αυτή δεν κινείται στα όρια που ο ίδιος θεωρεί αποδεκτά.
Είτε απέναντί του βρίσκονται δημοσιογράφοι, είτε πολιτικοί αντίπαλοι, είτε πολίτες που εκφράζουν δυσφορία για την καθημερινότητα, ο τόνος είναι συχνά ο ίδιος: ένταση, απαξίωση, ειρωνεία και η αίσθηση ότι όποιος διαφωνεί μαζί του είτε δεν καταλαβαίνει είτε υπερβάλλει είτε απλώς «γκρινιάζει».
Αυτό ακριβώς είναι και το πιο προβληματικό στοιχείο.
Ένας υπουργός, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται για χρόνια στην πρώτη γραμμή της εξουσίας, οφείλει να αντιλαμβάνεται ότι η κριτική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής ζωής. Δεν μπορεί κάθε δυσάρεστη ερώτηση, κάθε παράπονο και κάθε διαφορετική άποψη να αντιμετωπίζεται ως «μίρλα» ή ως προσωπική επίθεση.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει αναμφίβολα πολιτική εμπειρία, επικοινωνιακή ικανότητα και ευχέρεια στον δημόσιο λόγο. Όμως ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση η συχνότητα με την οποία επιλέγει έναν συγκρουσιακό και πολλές φορές υπεροπτικό τρόπο απέναντι σε όσους τον αμφισβητούν.
Η φράση «δεν ντρέπεστε λίγο όλοι;» είναι χαρακτηριστική αυτής της νοοτροπίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια έντονη τηλεοπτική στιγμή. Αποτυπώνει μια ευρύτερη αντίληψη: ότι η εξουσία έχει πάντοτε δίκιο και ότι όσοι επισημαίνουν προβλήματα περίπου οφείλουν να απολογηθούν για την κριτική τους.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα.
Η κοινωνία δεν αποτελείται μόνο από όσους είναι ικανοποιημένοι. Υπάρχουν εργαζόμενοι που δυσκολεύονται, επαγγελματίες που πιέζονται, ασθενείς που ταλαιπωρούνται, πολίτες που βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται και άνθρωποι που έχουν κάθε δικαίωμα να διαφωνούν με τις κυβερνητικές επιλογές.
Δεν είναι όλοι «μίζεροι». Δεν είναι όλοι «γκρινιάρηδες». Και σίγουρα δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να χειροκροτούν.
Η πολιτική ωριμότητα δεν φαίνεται όταν ένας υπουργός απαντά στους υποστηρικτές του. Φαίνεται όταν μπορεί να ακούσει εκείνον που είναι απέναντί του χωρίς να τον μειώσει.
Γιατί άλλο η δυναμική πολιτική παρουσία και άλλο η έπαρση. Άλλο η υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου και άλλο η πεποίθηση ότι κάθε διαφορετική φωνή πρέπει να απαξιωθεί.
Και δυστυχώς, στην περίπτωση του Άδωνι Γεωργιάδη, αυτή η συμπεριφορά έχει πάψει εδώ και καιρό να μοιάζει με στιγμιαίο εκνευρισμό.
Τείνει να εξελιχθεί σε πολιτικό χαρακτηριστικό.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «πρέπει να ντρέπονται» όσοι ασκούν κριτική.
Ίσως το ερώτημα είναι αν ένας υπουργός μπορεί κάποια στιγμή να αποδεχθεί ότι δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να συμφωνούν μαζί του.











