Η ένταση που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στις διεθνείς αγορές αρχίζει να περνά σταδιακά και στην πραγματική οικονομία. Οι πρώτες πιέσεις γίνονται ήδη ορατές στις τιμές της ενέργειας, επηρεάζοντας τόσο τα καύσιμα όσο και το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ αυξάνονται οι ανησυχίες για ένα νέο κύμα ανατιμήσεων που μπορεί να επηρεάσει συνολικά το κόστος ζωής.
Στα πρατήρια καυσίμων, οι αυξήσεις αρχίζουν να γίνονται αισθητές, ενώ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας η άνοδος των τιμών χονδρικής περνά ήδη στα λεγόμενα «κίτρινα» τιμολόγια και αναμένεται να επηρεάσει και τα «πράσινα» από τον Απρίλιο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο νέας ενεργειακής πίεσης στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση εντείνει τους ελέγχους στην αγορά και προειδοποιεί για φαινόμενα κερδοσκοπίας. Παράλληλα, στο τραπέζι επανέρχονται πιθανά μέτρα παρέμβασης, όπως η επιβολή πλαφόν σε τιμές ή νέες μορφές ενίσχυσης σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης. Σε ένα δυσμενές σενάριο, δεν αποκλείεται να εξεταστούν ξανά εργαλεία όπως επιδοτήσεις στην ενέργεια ή παρεμβάσεις τύπου fuel pass και market pass.
Την ίδια στιγμή, επιταχύνονται οι σχεδιασμοί για ένα ειδικό ενεργειακό πακέτο στήριξης της βιομηχανίας, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο κόστος παραγωγής.
Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, ήδη προειδοποιούν για τις πιθανές επιπτώσεις της νέας αναταραχής. Όσες δραστηριοποιούνται σε εξαγωγές εκφράζουν ανησυχία για τις πιέσεις που μπορεί να δεχθούν οι αγορές-προορισμοί, ενώ οι παραγωγικές επιχειρήσεις βλέπουν να αυξάνεται το κόστος τόσο στην παραγωγή όσο και στις μεταφορές.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πορεία των τιμών στον πρωτογενή τομέα, όπου ήδη καταγράφονται αυξήσεις στο κόστος παραγωγής. Αυτό ενδέχεται να μεταφερθεί σταδιακά και στα τρόφιμα, σε μια περίοδο που το ζήτημα της ακρίβειας παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο για τα νοικοκυριά.
Η ελληνική οικονομία καλείται να δοκιμάσει ξανά τις αντοχές της
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία καλείται για ακόμη μία φορά να δοκιμάσει τις αντοχές της. Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα είναι το κατά πόσο η αγορά μπορεί να προστατευθεί από φαινόμενα υπερβολικών ή κερδοσκοπικών ανατιμήσεων.
Σημαντική ένδειξη για τη «θέση εκκίνησης» της οικονομίας αποτελεί ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο δείκτης που αποτυπώνει την πορεία των τιμών χωρίς να περιλαμβάνει τρόφιμα, ποτά, καπνό και ενέργεια.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat για τον Φεβρουάριο, η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη. Ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,5%, αυξημένος σε σχέση με το 3,3% του Ιανουαρίου. Αντίθετα, ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη κινήθηκε στο 2,2%, παρουσιάζοντας μάλιστα επιβράδυνση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη νέα περίοδο αβεβαιότητας με ήδη υψηλότερη «βάση» πληθωρισμού, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης νέων πιέσεων στις τιμές.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και ορισμένες θετικές ενδείξεις. Για παράδειγμα, στις τιμές των τυποποιημένων τροφίμων δεν καταγράφηκε αύξηση τον Φεβρουάριο στην Ελλάδα, την ώρα που στην Ευρωζώνη σημειώθηκε άνοδος περίπου 1,8%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται εν μέρει στα μέτρα εποπτείας της αγοράς, αλλά και στην αποκλιμάκωση τιμών σε βασικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο.
Ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα. Στην ελληνική αγορά καταγράφηκε σημαντική άνοδος τιμών που έφτασε το 11,8%, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη κινήθηκε περίπου στο 4,6%. Η αύξηση αυτή επηρεάζει προϊόντα όπως φρούτα, λαχανικά, κρέας, ψάρια, γάλα και αυγά.
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι οι πιέσεις στο κόστος παραγωγής και στις πρώτες ύλες ενδέχεται να μεταφερθούν σταδιακά στο «καλάθι» των νοικοκυριών, ιδιαίτερα αν η ενεργειακή αστάθεια συνεχιστεί.
Η μεγάλη εικόνα, πάντως, δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές. Η διεθνής αβεβαιότητα επηρεάζει ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα, δημιουργώντας προβληματισμό για τον τουρισμό, τις μεταφορές και τη ναυτιλία. Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική αστάθεια ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η προστασία της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η συζήτηση για την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου επανέρχεται στο προσκήνιο, με στόχο μια πιο ισορροπημένη οικονομία που δεν θα εξαρτάται υπερβολικά από συγκεκριμένους κλάδους όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι πιέσεις που εμφανίζονται σήμερα αποτελούν μια προσωρινή αναταραχή ή την αρχή μιας νέας δύσκολης περιόδου για τις τιμές και την οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, η προσαρμοστικότητα της αγοράς και η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.










