Η ελληνική γλώσσα έχει διασχίσει αιώνες ανατροπών, κατακτήσεων και μεταμορφώσεων. Άλλαξε μορφές, προφορές, συντακτικά σχήματα, δέχθηκε ξένες επιδράσεις και γέννησε νέες λέξεις, χωρίς ποτέ να χάσει τον εσωτερικό της ρυθμό. Από τον Όμηρο έως τα βυζαντινά χρονικά και από τη λόγια παράδοση έως τη ζωντανή καθημερινή ομιλία, η γλώσσα δεν έπαψε να εξελίσσεται. Και ακριβώς γι’ αυτό επέζησε.
Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από την εξέλιξη. Η αλλαγή είναι η φυσική της κατάσταση. Εκείνο που τη φθείρει δεν είναι η μεταβολή, αλλά η απαξίωση: η πρόχειρη χρήση, η αδιαφορία για τη σημασία των λέξεων, η αποκοπή από τη μνήμη τους. Όταν οι λέξεις γίνονται κενές, τότε η γλώσσα σιωπά, ακόμη κι αν ακούγεται παντού.
Μέσα στη μακρά της πορεία, η ελληνική γλώσσα κράτησε ζωντανές έννοιες που σχετίζονται με το ανθρώπινο μέτρο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από αυτές φέρουν θηλυκό γένος: γλώσσα, μνήμη, ψυχή, πατρίδα, ιστορία. Λέξεις που δεν δηλώνουν απλώς πράγματα, αλλά σχέσεις, διάρκεια και συνέχεια. Το θηλυκό εδώ δεν λειτουργεί αντιθετικά, αλλά συμπληρωματικά, ως φορέας ζωής και συλλογικής εμπειρίας.
Στην ιστορική εξέλιξη της γλώσσας, οι γραμματικοί τύποι δεν παρέμειναν ακίνητοι. Οι θηλυκές καταλήξεις άλλοτε αναδύθηκαν και άλλοτε υποχώρησαν, ακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβανόταν τον εαυτό της. Όχι ως αποτέλεσμα επιβολής, αλλά ως αντανάκλαση της καθημερινής ζωής. Η γλώσσα δεν αποφασίζει· καταγράφει.
Η ελληνική γλώσσα διακρίνεται για την ικανότητά της να ονομάζει με ακρίβεια την πραγματικότητα. Η ονομασία δεν είναι ποτέ αδιάφορη· φέρει νόημα, ευθύνη και σεβασμό προς αυτό που περιγράφει. Όταν η γλώσσα κατονομάζει, αναγνωρίζει την ποικιλία του ανθρώπινου βίου χωρίς να τη φορτίζει ιδεολογικά.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα, η ελληνική γλώσσα καλείται για άλλη μια φορά να ισορροπήσει. Όχι ανάμεσα στο παλιό και το νέο, αλλά ανάμεσα στη φροντίδα και την αδιαφορία. Η ουσιαστική απειλή δεν είναι οι νέες χρήσεις ή οι νέοι τύποι, αλλά η απώλεια νοήματος, η αποξένωση από τη δύναμη της λέξης.
Σε μια εποχή ταχύτητας και απλουστεύσεων, η επιστροφή στη γλωσσική επίγνωση αποτελεί πράξη πολιτισμού. Όχι για να αλλάξουμε βεβιασμένα τη γλώσσα, αλλά για να την αφουγκραστούμε. Να ακούσουμε τι ήδη γνωρίζει και τι μπορεί ακόμη να πει.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας δεν είναι απλώς εορτασμός της διάρκειας, αλλά υπενθύμιση ευθύνης. Η γλώσσα αντέχει όταν τη χρησιμοποιούμε με ακρίβεια, όταν σεβόμαστε τη διαδρομή της και όταν της επιτρέπουμε να αναπνέει μέσα στον χρόνο. Γιατί η ελληνική γλώσσα δεν ζητά να μείνει ανέγγιχτη· ζητά να παραμείνει ζωντανή.
Ολυμπία Χρ. Χουρσόγλου
Ιστορικός – Φιλόλογος











